Oμιλία του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου της Ν.Δ., Νίκου Δένδια, κατά τη συζήτηση του Σ/Ν του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρύθμισης «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

23-02-2012

«Η Νέα Δημοκρατία επί της αρχής, κύριε Υπουργέ, όπως είπε και ο Εισηγητής μας, ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος, θα ψηφίσει το νομοθέτημα, εφ’ όσον δεχθήκατε τις παρατηρήσεις οι οποίες έγιναν στην Επιτροπή από τη Νέα Δημοκρατία. Θέλω όμως να σας πω, σεβόμενος και τον εαυτό μου, αλλά και την πολιτική εντιμότητα, ότι η εδραία πεποίθησή μας είναι ότι αυτό το νομοθέτημα είναι ένα νομοθέτημα το οποίο στην ουσία του δεν συνιστά ένα χρήσιμο εργαλείο. Η ορθή αντιμετώπιση και νομοτεχνικά και ουσιαστικά του ζητήματος αυτού ήταν η αντιμετώπιση της Κυβέρνησης Καραμανλή, όταν είχε εκδοθεί η Εγκύκλιος του Πρωθυπουργού με αριθμό 190/2006 που αφορούσε την καλή νομοθέτηση και νομίζω ότι αυτήν την έννοια θα μπορούσε να έχει και το αυτό νομοθέτημα. Συνιστά στην πραγματικότητα μία εγκύκλιο. Διότι άλλως δεν νοείται νόμος ο οποίος να επιβάλλει διατάξεις σε άλλους νόμους. Αυτό συνιστά και μία λογική αντίφαση.

Σε τι οφείλεται η λογική αντίφαση; Είμαι βέβαιος ότι δεν οφείλεται σε εσάς, κατ’ αρχήν. Αυτό το οποίο σας λέω το αντιλαμβάνεστε. Είμαι σίγουρος ότι το γνωρίζετε πριν ακόμα σας το πω. Οφείλεται στη μέθοδο εισαγωγής διαφόρων ευρωπαϊκών νομοθετικών προϊόντων και απαιτήσεων στην ελληνική έννομη τάξη. Έχω πει επανειλημμένως ότι τα προϊόντα της ευρωπαϊκής έννομης τάξης άλλοτε ωφελούν την ελληνική έννομη τάξη, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αδιάφορα και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι απολύτως βλαπτικά, διότι δεν εντάσσονται με τον τρόπο που πρέπει στην ελληνική νομοθεσία, η οποία, ανεξαρτήτως της πραγματικότητας του ελληνικού κράτους, έχει και μία φιλοσοφία και ένα στέρεο παρελθόν.

Παραδείγματος χάριν, εάν ενθυμείστε το νομοθέτημα που αφορούσε τη διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου κ.λπ.. Νομίζω ότι είναι ο ν. 3488/2006. Εκεί τι κάναμε; Κατ’ απαίτησιν της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 73/2002 αντιστρέψαμε το βάρος της αποδείξεως, το οποίο είναι απίστευτο και το είχα σχολιάσει και τότε ως Βουλευτής. Παραδείγματος χάριν, στο θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης το βάρος της αποδείξεως το έχει ο παρενοχλών, όχι η παρενοχληθείσα. Θεωρώ τα φύλα δεδομένα, θα μπορούσε να είναι και ανάποδα, έτσι; Δηλαδή, αυτός ο οποίος κατηγορείται ότι παρενόχλησε σεξουαλικά, καλείται να αποδείξει ότι δεν παρενόχλησε και αντίθετα ο ενάγων, αυτός ο οποίος ισχυρίζεται την παρενόχληση, δεν έχει το βάρος της αποδείξεως. Αυτό είναι ένα κακό νομοθέτημα.

Υπάρχουν και άλλα νομοθετήματα τα οποία είναι άχρηστα. Θα σας πω ένα παράδειγμα που το έχουμε εδώ τώρα αυτό το διάστημα, την καταπολέμηση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας, παντελώς άχρηστο για την ελληνική έννομη τάξη. Δεν έχουμε θέματα ρατσισμού και ξενοφοβίας στην ελληνική έννομη τάξη αφ’ ενός, αφ’ ετέρου υπάρχει ο Ποινικός Κώδικας που καλύπτει οποιαδήποτε τέτοια έκφανση. Πολλές φορές, λοιπόν, τα προϊόντα της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και των οδηγιών και οι διάφορες απαιτήσεις οδηγούν στο να εισάγουμε νομοθετικά εργαλεία, τα οποία στην πραγματικότητα επιτείνουν την παθολογία της ελληνικής έννομης τάξης, η οποία χαρακτηρίζεται από μία υπερχειλίζουσα πολυνομία. Αυτά για το συγκεκριμένο νομοθέτημα.

Έχω να πω και δυο πραγματάκια ακόμα, για τα οποία μου δώσατε λαβή διατυπώνοντας κατ’ αρχήν τις γενικές σας σκέψεις για το δημόσιο τομέα και βεβαίως και τις σκέψεις σας για τη συμμετοχή της χώρας μας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ευρώ. Ξεκινάω από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Είπατε κάποια αριθμητικά δεδομένα. Χαίρομαι που ακούω αριθμούς. Οφείλω να σας πω ότι έχω ακούσει τόσους πολλούς αριθμούς για τον στενό και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα που δεν ξέρω πια ποιος είναι ο απολύτως ακριβής. Εν πάση περιπτώσει, δώσατε κάποιους αριθμούς. Είναι σημαντικό προερχόμενοι από εσάς να υπάρχουν στα Πρακτικά.

Όμως, κύριε Υπουργέ, η αντίληψη ότι τελικά ο ελληνικός δημόσιος τομέας δεν είναι υπερβολικά διευρυμένος, δεν είναι υδροκέφαλος, αλλά απλώς έχουμε μια ίσως λανθασμένη κατανομή των δημοσίων υπαλλήλων, θα μου επιτρέψετε να πω ότι είναι μια καινοφανής τοποθέτηση.

Νομίζω ότι η κοινή αντίληψη στην ελληνική κοινωνία είναι ότι κυρίως με ευθύνη του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, όλα αυτά τα χρόνια –από το 1981 μέχρι σήμερα- έχει πολλαπλασιαστεί ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, έχει πολλαπλασιαστεί με απολύτως αρνητικά επακόλουθα η παρέμβαση του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα και τελικά αυτός είναι ο κύριος παράγων που η χώρα βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε αυτή την τεράστια κρίση, την οποία καλείται να αντιμετωπίσει.

Το ελληνικό δημόσιο είναι ένα αντιπαραγωγικό δημόσιο. Είναι ένα δημόσιο εχθρικό απέναντι στους πολίτες του. Είναι ένα δημόσιο, το οποίο δημιουργήθηκε κυρίως από εσάς, με την πολιτική των ελλειμμάτων από το 1981 μέχρι σήμερα, με σκοπό μόνο να εξασφαλίσει ή, εν πάση περιπτώσει, κυριότατο σκοπό να εξασφαλίσει την εκλογική πελατεία του ΠΑΣΟΚ.

Δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματικότητα. Αυτή την πραγματικότητα πληρώνει η ελληνική κοινωνία σήμερα. Το λέω αυτό για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για τη δική μας θέση. Ανεξαρτήτως των προσπαθειών που η Νέα Δημοκρατία είναι μαζί σας τώρα αναγκασμένη να καταβάλει για να σωθεί η χώρα, για εμάς η κύρια αιτία του προβλήματος είναι αυτή που σας περιέγραψα.

Βεβαίως, δεν αναφέρομαι –γιατί δεν έχει σημασία, εδώ το έχουμε πει επανειλημμένως- και στις απίστευτες διαχειριστικές αστοχίες του απελθόντος Πρωθυπουργού, του Γιώργου Παπανδρέου. Όμως, αν πάμε στη ρίζα του κακού της οικονομικής μας δυσπραγίας, η ρίζα του κακού είναι το ελληνικό δημόσιο.

Και κάτι άλλο, όσον αφορά την Αριστερά, για την οποία επίσης είπατε μια-δυο κουβέντες. Εδώ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα πρέπει πάλι να είμαστε ειλικρινείς. Η χώρα είναι στο χείλος του γκρεμού και κάθε φορά που θα μου δίνεται η ευκαιρία από το χρόνο που μου δίνει ο Κανονισμός να ανεβαίνω σε αυτό το Βήμα, δεν θα παύω να επαναλαμβάνω αυτά που για εμένα είναι τα πιο σημαντικά που πρέπει τώρα να ληφθούν.

Και εξηγούμαι: Υπάρχουν δύο τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς την κρίση. Ο πρώτος είναι αυτός που αυτή τη στιγμή πρεσβεύεται από τα κόμματα του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, τα οποία θεωρούν απαραίτητη τη συμμετοχή της χώρας στο ευρώ και στην Ευρώπη και κάνουν ό,τι μπορούν για να το πετύχουν.

Υπάρχει και η αντίληψη της Αριστεράς. Εκεί, θα μου επιτρέψετε, να κάνω έναν διαχωρισμό. Από τη μια πλευρά, υπάρχει το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, αν δεν παρερμηνεύω αυτά τα οποία λέει, δεν πιστεύει ούτε στην Ευρώπη, ούτε στο ευρώ, ούτε στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, ούτε σε τίποτα απ’ όλα αυτά. Προτείνει την αναχώρηση της χώρας σε ένα μοντέλο ιδεατό. Ανάλογα σημερινά φαντάζομαι είναι ίσως η Κούβα –η οποία όμως απέρχεται- πιθανότατα η Βόρεια Κορέα –η οποία παραμένει- ίσως η πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση.

Αυτό για εμένα είναι ένας λογικός εφιάλτης, αλλά έχει ένα προσόν, αυτό της λογικής συνέπειας: φεύγουμε από το ευρώ, φεύγουμε από την Ευρώπη, βγάζουμε ένα δικό μας νόμισμα –όποιο είναι αυτό το νόμισμα- κρατικοποιούμε τα πάντα και από και πέρα πορευόμαστε σε συνθήκες απόλυτης στέρησης, απόλυτης υστέρησης –αν θέλετε- σαν μία κοινωνία περίκλειστη, αλλά εν πάση περιπτώσει αυτό έχει μια λογική συνέπεια, γίνεται.

Εκείνο το οποίο δεν μπορώ ούτε λογικά να συλλάβω είναι το τι επαγγέλλονται τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς, τα κόμματα αυτά δηλαδή που ισχυρίζονται ότι θέλουν να μείνουν στην Ευρώπη, θέλουν να μείνουν στο ευρώ, αλλά και ότι η χώρα έχει μια άλλη δυνατότητα, την οποία αυτή τη στιγμή δεν μας διατυπώνουν.

Παρακαλώ, λοιπόν, αν θέλετε, εκλιπαρώ: Μπορούν να μας αναδείξουν ποια είναι αυτή η άλλη δυνατότητα μήπως μπορέσουμε και εμείς να την εκμεταλλευθούμε; Τι μας προτείνουν να κάνουμε; Δεν έχει καμμία έννοια να έχουμε μια ωραία διατύπωση σκέψεων, μια εκτεταμένη διατύπωση των πολλαπλών παθολογιών του ελληνικού κράτους, του ελληνικού δημοσίου, της πατρίδας μας. Αυτά τα ξέρουμε όλοι. Εδώ μιλάμε περί του πρακτέου.

Τι είναι αυτό το οποίο μας υποδεικνύουν τα υπόλοιπα Κόμματα της Αριστεράς να κάνουμε, ώστε να μπορέσουμε να φύγουμε από αυτή τη δύσκολη θέση; Τι είναι αυτό, το οποίο πρέπει να πούμε στους Ευρωπαίους εταίρους μας; Τι είναι αυτό, με το οποίο πρέπει να απειλήσουμε τους Ευρωπαίους εταίρους μας; Ποιο είναι αυτό το αβαντάζ, το οποίο έχουμε στα χέρια μας και δεν το χρησιμοποιούμε;

Ποια είναι αυτή η οδός, την οποία εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε, που η Κυβέρνηση Παπαδήμου δεν αναγνωρίζει, που ο Πρωθυπουργός δεν διαγιγνώσκει και που τη γνωρίζουν τόσο καλά, τόσο ο κ. Τσίπρας όσο και ο κ. Κουβέλης –αναφέρομαι με απόλυτο σεβασμό στους Προέδρους των δύο κομμάτων- αλλά δεν μας τη λέτε;

Διατυπώνουν την άποψη περί νέας διαπραγμάτευσης, όπως άκουσα –και εγώ πάντα με σεβασμό ακούω τους Αρχηγούς των κομμάτων- τον κ. Τσίπρα σε μια πρωινή εκπομπή να αναφέρει.

Θα σας πω τι είπε. Λέει, «τι θα κάνατε»; «Θα σας πω», απαντά. «Θα ζητούσα από τους Ευρωπαίους μορατόριουμ τριών ετών και στο μεσοδιάστημα η Ελλάδα θα επανερχόταν στην ανάπτυξη», κ.λπ.

Μα, τώρα μιλάμε σοβαρά; Εάν υπήρχε η πιθανότητα οποιοσδήποτε να πάρει περιθώριο τριών ετών, χρειαζόταν να μας υποδειχθεί; Δεν υπάρχει κανένας άλλος ο οποίος να το διαπιστώσει και να το ζητήσει; Και για να καταλάβω, αυτό το μορατόριουμ των τριών ετών υπό ποίους όρους θα εδίδετο; Θα συνέχιζε η Ευρωπαϊκή Ένωση να μας καταβάλει τα χρήματα τα οποία χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε; Και όλα αυτά είναι πραγματικές δυνατότητες στον πραγματικό κόσμο, αυτόν που ζούμε εμείς σήμερα εάν βγούμε απ’ αυτήν την πόρτα; Αυτό το οποίο περιγράφεται είναι ο πραγματικός κόσμος ή μια ιδεατή αναχώρηση προς έναν αναχωρητισμό, απλώς και μόνο για να καλλιεργούμε μια ψευδή πραγματικότητα στα αυτιά των ανθρώπων του μόχθου και της στέρησης από τους οποίους αποτελείται σήμερα -δυστυχώς- ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας;

Απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους του μόχθου και της στέρησης έχουμε μια βασική υποχρέωση. Η βασική υποχρέωση είναι να τους πούμε την αλήθεια, γιατί έτσι υπηρετούμε το μέλλον τους, να τους βάλουμε τις δυσάρεστες πραγματικότητες κάτω και να τους καλέσουμε να επιλέξουν και όχι να λέμε πράγματα τα οποία απέχουν πόρρω της πραγματικότητας.

Οφείλω να σας πω ότι η δική μου άποψη για το τι θα συμβεί εάν η χώρα αναχωρήσει από την Ευρώπη, εάν αναχωρήσει από το ευρώ, εάν πάει σε μια άλλη πραγματικότητα, είναι πως μου θυμίζει πραγματικά το δίλημμα του θανάτου. Ξέρετε, υπάρχουν μερικοί οι οποίοι πιστεύουν ότι ο θάνατος είναι πιλάφια και ουρί. Στην πραγματικότητα, όμως, κυρίες και κύριοι, το πιο πιθανό είναι ότι πρόκειται για ένα μεγάλο σκότος».

Contact Us

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.

Not readable? Change text. captcha txt