Συνέντευξη Υπουργού Εξωτερικών, Ν. Δένδια, στο militaire.gr και στον δημοσιογράφο Πάρη Καρβουνόπουλο

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αθήνα, 29 Φεβρουαρίου 2020

Η τουρκική επιθετικότητα των τελευταίων μηνών, αντιμετωπίζεται από την Ελλάδα με μια παραλλαγή της πολιτικής που είχαμε συνηθίσει να ονομάζουμε «στρατηγική ψυχραιμία» και πόσο αποτελεσματική κρίνεται ότι είναι μέχρι αυτή τη στιγμή;

Η τουρκική συμπεριφορά, κατά κανόνα παραβατική και πολλές φορές προκλητική, αντιμετωπίζεται από τη χώρα μας με ψυχραιμία, σύνεση, αλλά και με αποφασιστικότητα. Η Ελλάδα έχει συνειδητά επιλέξει να λειτουργεί ως πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή μας, ως υπεύθυνος παράγων ειρήνης και όχι ως ταραξίας και πηγή προβλημάτων, όπως η Τουρκία. Εμείς συνειδητά δεν ακολουθούμε την Τουρκία στην παραβατικότητα. Είμαστε πάντα έτοιμοι να συζητήσουμε, μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο  που καθορίζει το Διεθνές Δίκαιο. Με γνώμονα, εξάλλου, τις επιταγές του Διεθνούς Δικαίου, διασφαλίζουμε απόλυτα την εδαφική μας κυριαρχία, αλλά και τα συμφέροντα μας στο ακέραιο, προωθούμε τις απόψεις και τις θέσεις μας με επιτυχία και δημιουργούμε συμμαχίες και εταιρικές σχέσεις με χώρες που έχουν τις ίδιες αντιλήψεις με εμάς. Έτσι, εδραιώνουμε ευρεία επιδοκιμασία των θέσεών μας και αποδοκιμασία της τουρκικής συμπεριφοράς. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα, αν και έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει όλες τις προκλήσεις μόνη της, δεν είναι μόνη.

Συχνά στο παρελθόν , αποδίδαμε τις εξάρσεις της τουρκικής επιθετικότητας, σε «εσωτερικούς πολιτικούς λόγους» τουρκικών κυβερνήσεων. Σ΄ αυτή τη φάση δύσκολα κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι όλα όσα πράττει το καθεστώς Ερντογάν στην περιοχή μας, έχουν να κάνουν με «εσωτερικές του ανάγκες». Πιστεύετε ότι ο Ερντογάν έχει πιστέψει ότι είναι η ώρα για να θέσει στο τραπέζι , θέματα για τα οποία η τουρκική εξωτερική πολιτική χρόνια τώρα «δουλεύει», ανεξαρτήτως προσώπων και κυβερνήσεων;

Τα κίνητρα της Τουρκίας επιδέχονται πολλές ερμηνείες. Αυτό όμως που μετράει είναι οι πράξεις της. Και ασφαλώς οι επιθετικές πρακτικές  και οι αναθεωρητικές επιδιώξεις της Τουρκίας δεν είναι καινούργιες. Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα φαίνεται να εκδηλώνονται όλο και πιο έντονα οι επιδιώξεις της για “ανασύσταση” του οθωμανικού της παρελθόντος.  Εξυπακούεται ότι από αυτό δεν θίγεται μόνο η Ελλάδα, αλλά και άλλα κράτη της ευρύτερης περιοχής. Στη βάση αυτή, η χώρα μας δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Με μεθοδικές κινήσεις και σχεδιασμό προχωρούμε στη σφυρηλάτηση στενών σχέσεων με χώρες που μοιράζονται τις ίδιες απόψεις με εμάς. Παράλληλα, εμβαθύνουμε τις υφιστάμενες συμμαχίες μας και δημιουργούμε και νέες, ενισχύοντας έτσι τη θέση μας απέναντι σε τέτοιου είδους μεθοδεύσεις, καθιστώντας την υλοποίησή τους εξαιρετικά δύσκολη και πάντως ασύμφορη για την Τουρκία. Η προσκόλληση σε τέτοιου είδους εμμονές, αν και φαίνεται να αποφέρει κάποια πρόσκαιρα δημοσκοπικά οφέλη στην τουρκική ηγεσία, δεν θα αποφέρει κανένα όφελος για την Τουρκία – απομονώνεται διεθνώς, ιδίως μεταξύ των χωρών όπου παλιότερα εκτεινόταν η πάλαι ποτέ Οθωμανική αυτοκρατορία. Αντιθέτως, μία ευημερούσα, ειρηνική Τουρκία, η οποία θα έχει φιλικές σχέσεις με όλους της τους γείτονές της και θα συνεργάζεται μαζί τους, ιδανικά ως πλήρες μέλος και της Ε.Ε., θα ήταν προς το συμφέρον όλων και, πρώτα απ’ όλα, των Τούρκων πολιτών.

Η δική μας κοινή γνώμη, είναι θυμωμένη με την τουρκική προκλητικότητα αλλά και με τον τρόπο που οι κυβερνήσεις της χώρας από το 1996 μέχρι και σήμερα την αντιμετωπίζουν. Με απλά λόγια η λεγόμενη «πολιτική του κατευνασμού», δεν έχει πείσει για τα αποτελέσματα της και μάλλον αποθράσυνε την Τουρκία. Συμφωνείτε μ’ αυτή την άποψη;

Η Ελλάδα δεν ακολουθεί επ’ ουδενί “πολιτική κατευνασμού” έναντι της γείτονος. Μην ξεχνάτε ότι η «πολιτική κατευνασμού», γνωστή και ως «appeasement» ουσιαστικά είναι πολιτική υποχωρήσεων, κάτι που καμία ελληνική κυβέρνηση δεν έχει υιοθετήσει.  Η ψύχραιμη και νηφάλια, αλλά σε κάθε περίπτωση αποφασιστική και σταθερή αντίδραση της χώρας μας δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ανοχή, και σε καμία περίπτωση ως υποχώρηση έναντι της Τουρκίας. Η αυτοσυγκράτηση δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη, εδραιωμένη στην πεποίθηση ότι συμπεριφορές σεβασμού προς το Διεθνές Δίκαιο υπερισχύουν  κάθε παραβατικότητας. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την προκλητική αυτή συμπεριφορά είναι συνειδητά επιλεγμένος ως εκείνος που υπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα μας. Η ειρήνη εύκολα χάνεται και δύσκολα κατακτάται. Και έχουμε χρέος στον ελληνικό λαό να την προστατεύσουμε. Ριψοκίνδυνες και σπασμωδικές, “εν θερμώ” αντιδράσεις δεν συμφέρουν κανέναν και είναι εξαιρετικά αμφίβολο ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα τους. Αντιθέτως, η ψύχραιμη, μεθοδική, με σχέδιο αντίδραση, με αξιοποίηση των συμμαχιών της χώρας μας, ενδυναμώνει την επιχειρηματολογία μας, εδραιώνει τη χώρα μας ως αδιαμφισβήτητο πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή και λειτουργεί αποτρεπτικά εκεί που πρέπει. Άλλωστε, ευθύνη της κάθε κυβέρνησης είναι η εξυπηρέτηση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο των συμφερόντων της χώρας μας και όχι η παρορμητική και χωρίς σχεδιασμό αντίδραση σε κάθε πρόκληση που ενσκήπτει.

Η Ελλάδα επικαλείται συχνά τις συμμαχίες της με σημαντικές χώρες της περιοχής, όπως το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Επικαλείται τις εξαιρετικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και φυσικά επικαλείται και την ΕΕ. Ωστόσο η αίσθηση που υπάρχει στη κοινή γνώμη είναι πως η όποια στήριξη που έχει η Ελλάδα έναντι της τουρκικής προκλητικότητας περιορίζεται σε μερικές ικανοποιητικές δηλώσεις. Πρέπει και μπορούμε να πάρουμε κάτι περισσότερο και πιο ουσιαστικό από «φίλους και συμμάχους»;

Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω. Η μέχρι σήμερα συνεργασία μας με τα κράτη της περιοχής, αλλά και τις ΗΠΑ, δεν περιορίζεται σε διακηρύξεις. Η Ελλάδα συμμετέχει από κοινού με την Κύπρο σε μια σειρά σχημάτων συνεργασίας, τόσο με την Αίγυπτο, όσο και με το Ισραήλ, καθώς και με άλλες ομονοούσες χώρες της περιοχής. Οι ενισχυμένες αυτές συνεργασίες περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα τομέων που εκτείνεται από ζητήματα ήπιας ισχύος μέχρι και την συνεργασία επί θεμάτων ασφάλειας και άμυνας. Επιπλέον, με την Αίγυπτο μοιραζόμαστε τις ίδιες απόψεις σε πολλά ζητήματα, όπως όσον αφορά στη λιβυκή κρίση και σειρά άλλων θεμάτων γεωπολιτικής φύσης, ενώ βρισκόμαστε σε διαπραγμάτευση για τη μεταξύ μας οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών. Με το Ισραήλ και την Κύπρο, υπογράψαμε τη Συμφωνία για τον EastMed, ένα έργο μεγάλης στρατηγικής σημασίας για ολόκληρη την περιοχή, που έχει την αμέριστη υποστήριξη των ΗΠΑ. Στο πλαίσιο των σχέσεών μας με τις ΗΠΑ, η υπογραφή της αναθεωρημένης Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας, η MDCA, αποτελεί αναγνώριση και επιβεβαίωση της σημασίας που αποδίδεται στην Ελλάδα από την αμερικανική κυβέρνηση. Είναι, επιπλέον, επιβεβαίωση της δέσμευσης των ΗΠΑ για τη σταθερότητα της περιοχής και την ασφάλεια της χώρας μας. Όσον αφορά την ΕΕ, παραπέμπω στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που καταδικάζουν απερίφραστα τις τουρκικές ενέργειες, αλλά και στις κυρώσεις που επιβάλλουν στην Τουρκία. Επιτρέψτε συναφώς να υπενθυμίσω ότι είναι η πρώτη φορά που επιβάλλονται κυρώσεις σε υποψήφιο προς ένταξη κράτος. Όμως, πέραν του πλαισίου της ΕΕ, έχουμε αναβαθμίσει τη διμερή συνεργασία μας με σημαντικά κράτη-μέλη τόσο εντός όσο και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στη Γαλλία, καθώς εξαρχής ο πρόεδρος Μακρόν έχει εκφραστεί με απόλυτα καθαρό τρόπο υπέρ των ελληνικών θέσεων και το αποδεικνύει εμπράκτως δια του ολοένα αυξανόμενου αμυντικού αποτυπώματος της Γαλλίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Συνεπώς, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, υπάρχει ένα ευρύ πλέγμα συνεργασιών που παράγει απτά και ουσιαστικά αποτελέσματα. Διότι και οι χώρες αυτές επιδιώκουν αυτό που κι εμείς θέλουμε: την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή. Δεν έχω αμφιβολία ότι η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει να εργάζεται με τους φίλους και συμμάχους μας προς αυτή την κατεύθυνση. Ας έχουμε αυτοπεποίθηση κύριε Καρβουνόπολε. Η Ελλάδα είναι μία  χώρα με εξαιρετικά αξιόμαχες Ένοπλες Δυνάμεις και ισχυρούς συμμάχους, ενώ εξερχόμενη της κρίσης και ασκώντας πλέον μια ενεργητική και πολυεπίπεδη εξωτερική και αμυντική πολιτική, δηλώνει παρούσα σε όλα τα σημεία μείζονος ενδιαφέροντος για τα εθνικά μας συμφέροντα.

Υπάρχουν και τα Βαλκάνια, στα οποία η κινητικότητα είναι μεγάλη. Η ΝΔ πολέμησε τη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία δίνει κάποιες δυνατότητες στην Ελλάδα να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τις εκμεταλλευθούμε; Θα «τρέξει» η κυβέρνηση αυτή τη συμφωνία ή παραμένει επιφυλακτική λόγω όσων είχαν ειπωθεί προεκλογικά.

Πράγματι, η ΝΔ είχε διαφωνήσει δημόσια και επίμονα με συγκεκριμένες, πολύ αρνητικές, πτυχές της Συμφωνίας των Πρεσπών. Είχε διαφωνήσει με την έλλειψη εθνικής συνεννόησης που θα είχε –πιστεύω-  επιτρέψει τη σύναψη μίας πολύ καλύτερης συμφωνίας.  Αλλά τώρα κοιτάμε μπροστά. Προσπαθούμε να συμβάλουμε σε ένα καλύτερο μέλλον για την περιοχή μας. Στα Βαλκάνια η κινητικότητα είναι πράγματι μεγάλη και εμείς εργαζόμαστε προκειμένου να μετατρέψουμε αυτό το momentum σε υλοποίηση του απώτερου στόχου μας που δεν είναι άλλος από την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ.  Γι’ αυτό το λόγο, αναλάβαμε την πρωτοβουλία να συγκαλέσουμε πριν από λίγες ημέρες, στη Θεσσαλονίκη, την υπουργική Διάσκεψη για την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, με συμμετοχή όλων των κρατών της περιοχής, καθώς και της ΕΕ. Επιβεβαιώσαμε ότι η ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων αποτελεί μια στρατηγική επένδυση, τόσο για την Ευρώπη όσο και για τα ίδια τα κράτη της περιοχής. Έχουμε δηλώσει πολλές φορές ότι το μέλλον της περιοχής είναι στην ΕΕ. Για να ενταχθούν, όμως, οι χώρες αυτές στην ευρωπαϊκή οικογένεια θα πρέπει πρωτίστως να συμμορφωθούν με τους κανόνες που διέπουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το κοινοτικό κεκτημένο και, αφ ης στιγμής μιλάμε για τη Συμφωνία των Πρεσπών, τις πρόνοιες που περιλαμβάνει. Ο δρόμος προς την Ευρώπη των προς ένταξη κρατών περνάει μέσα από την ικανοποίηση αυτών των προϋποθέσεων και σας διαβεβαιώ ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να δεχθεί φαινόμενα μερικής συμμόρφωσης σε ανειλημμένες υποχρεώσεις, ούτε εκπτώσεις στον απόλυτο και πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας από την Αλβανία.

Πριν μερικές  εβδομάδες γράφτηκαν και ακούστηκαν πολλά περί διαφωνίας σας με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Άμυνας  στον χειρισμό του ζητήματος που προέκυψε με το Ορούτς Ρέις.

Επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι, σε αντίθεση με το πρόσφατο παρελθόν, η συνεργασία μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας είναι, όπως πρέπει να είναι, άριστη και αποτελεσματική. Αυτό επιβάλλει άλλωστε το εθνικό συμφέρον που υποστηρίζουμε με τον φίλο μου, τον Υπουργό Άμυνας, Νίκο Παναγιωτόπουλο, με απόλυτη προσήλωση.

Contact Us

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.

Not readable? Change text. captcha txt